Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Επίδραση του κατώτατου μισθού στην απασχόληση



Σε αντίθεση με δημοσκοπήσεις και ενδελεχείς εμπειρικές μελέτες από επιστημονικούς και επιχειρηματικούς φορείς ότι το κόστος εργασίας είναι το τελευταίο από το οποίο δελεάζεται ο υποψήφιος επενδυτής, καθώς προηγούνται άλλοι σημαντικότεροι παράγοντες, όπως το φορολογικό, η πολιτική σταθερότητα, η εκπαίδευση του εργατικού δυναμικού, οι υποδομές κ.α., στη χώρα μας η επιμονή στον συγκεκριμένο παράγοντα, σαν να πρόκειται για τη σημαντικότερη προωθητική μηχανή για την ανάκτηση της υπολείπουσας ανταγωνιστικότητας, μπορεί να ερμηνευτεί, αν αποκλείσουμε την άγνοια, μόνο με όρους κανιβαλισμού και μισανθρωπίας.

Παρ' όλα αυτά θα επιχειρήσουμε να αγγίξουμε το θέμα για άλλη μια φορά, υπό το φως μιας νέας (Φεβρουάριος 2013) έρευνας, μετα-έρευνας ουσιαστικά, η οποία διεξήχθη από τον οικονομολόγο John Schmitt στο Κέντρο Έρευνας για την Οικονομία και την Πολιτική (CEPR) στην Ουάσιγκτον.

Η εργασία με τον τίτλο “Γιατί ο κατώτατος μισθός δεν έχει ορατή επίδραση στην εργασία”, λαμβάνοντας υπ' όψιν όλα τα διαθέσιμα στοιχεία στις ΗΠΑ από το 2000 και μετά, επανεξετάζει την επίδραση που έχει η αύξηση του κατώτερου μισθού σε έντεκα διαφορετικούς τομείς, όπως οι τιμές, η ανεργία, η κερδοφορία, τα κοινωνικά επιδόματα, οι ώρες απασχόλησης, η αποτελεσματικότητα κ.α. Και το αποτέλεσμα είναι αυτό που αποτυπώνεται και στον τίτλο: Μηδαμινό έως κανένα.

Το κεντρικό συμπέρασμα της εργασίας είναι ότι οι πιο σημαντικές επιδράσεις εντοπίζονται 1) στην αύξηση του κύκλου εργασιών, 2) στη βελτίωση της οργάνωσης, 3) στη μείωση των μισθών των υψηλόμισθων και 4) σε μικρές αυξήσεις των τιμών. Όπως γράφει και ο Schmitt αύξηση του ωρομίσθιου από $7.25 σε $9, όπως προτείνει ο Ομπάμα, ενώ είναι πολύ σημαντικό για τον εργαζόμενο, καμιά ένδειξη δεν υπάρχει που να δείχνει ότι αυξάνει την ανεργία.

Όταν για 44 χρόνια, από το 1947 ως το 1969 ο κατώτατος μισθός συμβάδιζε με την παραγωγικότητα, η ανεργία ήταν μικρότερη του 4%, όσο και ο ρυθμός ανάπτυξης. Όπως είδαμε και σε προηγούμενη ανάρτηση, από το 1970 και μετά η παραγωγικότητα και ο κατώτατος μισθός παίρνουν διαζύγιο. Αν συμβάδιζαν, τότε ο κατώτατος μισθός θα πρέπει να ήταν στα $16.54. Παρ' όλη την καθήλωση για δεκαετίες του πραγματικού κατώτατου μισθού, η ανεργία διπλασιάστηκε.

Ολόκληρη η μελέτη: ΕΔΩ


6 σχόλια:

ο δείμος του πολίτη είπε...

Ναι, αλλά ο φιλελευθερισμός δε νοιάζεται για την παραγωγικότητα, αλλά για την αύξηση του κέρδους χωρίς επενδύσεις και αν γίνεται με καθόλου παραγωγή :)

Ανώνυμος είπε...

θα συμφωνήσω σε τελευταία ανάλυση με σένα κυνικαλ, περνώντας από τον Δήμο και συμπληρώνοντας.
Η κλασική μέθοδος του καπιταλισμού για να ξεπερνάει την κρίση του είναι η μείωση των μισθών ή ο πόλεμος.
Απαλλάσεται έτσι από το ρίσκο νέων επενδύσεων στην τεχνολογία και εξασφαλίζει περισσότερα κέρδη.
Ετσι οι καπιταλιστές συναγωνίζονται μεταξύ τους ατομικά για περισσότερα κέρδη χωρίς να βλέπουν οτι όλοι μαζί πριονίζουν το κλαδί που κάθονται
Μόνο όταν η εργατική-υπαλληλική τάξη καταφέρνειι να αντιδράσει το στρίβουν σε επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες και αυτό πρόσκαιρα.
Επομένως γνωρίζουν τι κάνουν απλά έτσι είναι τα πράγματα του συστήματος αυτού.

markos

Αρχέλαος είπε...

Οι αποψεις του γάλλου οικονομολόγου Thomas Piketty

http://www.catholiclabor.org/gen-art/Sibley%2028-5-11.htm

"Πώλ Κρούγκμαν-Aπόσπασμα απο το βιβλίο "Η συνείδηση ενός προοδευτικού"
Όπως λένε και οι Πίκετυ-Σάεζ:
"Η συμπίεση των αμοιβών κατα τη διάρκεια του πολέμου μπορεί να εξηγηθεί απο τους ελέγχους μισθών και ημερομισθίων.
Πως όμως θα εξηγήσουμε ότι οι υψηλόμισθοι δεν ανέκαμψαν μετά την κατάργηση αυτών των ελέγχων;Αυτη η παρατήρηση δεν μπορεί να θεωρηθεί άμεσα συμβατή με τις ερμηνείες της μείωσης της ανισότητας μόνο μέσω της τεχνολογικής αλλαγής...Θεωρούμε ότι αυτό το σχήμα εξέλιξης της ανισότητας αποτελεί πρόσθεση έμμεση απόδειξη ότι ρόλο στον καθορισμό των αμοιβών μπορεί να παίζουν μη αγοραίοι μηχανισμοί,όπως οι θεσμοί της αγοράς εργασίας και οι κοινωνικοί κανόνες οι οποίοι αφορούν την ανισότητα".

Οι οικονομολόγοι του ΜΙΤ Φρανκ Λήβυ και Πήτερ Τέμιν άνοιξαν τον δρόμο στην ερμηνεία του τρόπου με τον οποίον λειτουργούν αυτοί οι "θεσμοί της αγοράς εργασίας και οι κοινωνικοί κανόνες".Επισημαίνουν ένα σύνολο θεσμικών ρυθμίσεων το οποίο ονομάζουν Συνθήκη του Ντητρόιτ...
Οι Λήβυ και Τέμιν χρησιμοποιούν τον όρο αυτό για να περιγράψουν όχι μόνο τη γραπτή εκείνη συμφωνία,αλλά και τον τρόπο με τον οποίον η διευθέτηση των σχέσεων μεταξύ των αυτοκινητοβιομηχανιών και των εργατών τους υπήρξε αντικείμενο μίμησης στην οικονομία των ΗΠΑ.Και άλλα συνδικάτα βάσισαν τις διεκδικήσεις τους στο πρότυπο που διαμόρφωσε η UAW,δημιουργώντας έτσι μια σειρά πακέτων μισθών-και-παροχών τα οποία,αν και δεν ήταν πάντοτε τόσο πλουσιοπάροχα όσο εκείνα που πέτυχε ο Ουώλτερ Ρώυτερ,εξασφάλιζαν πάντως τη συμμετοχή των εργατών στους καρπούς της προόδου.Ακόμη και οι μη συνδικαλισμένοι εργαζόμενοι επηρεάζονταν σημαντικά,καθώς η απειλή της συνδικαλιστικής δράσης οδηγούσε συχνά τις επιχειρήσεις οι οποίες λειτουργούσαν χωρίς συνδικαλιστική παρουσία στις μονάδες τους να προσφέρουν στους δικούς τους εργαζομένους λίγο πολύ όσα είχαν εξασφαλίσει οι συνδικαλισμένοι συνάδελφοί τους.Η οικονομία χαρακτηριζόταν τις δεκαετίες του '50 και του '60 απο "μισθολογικά" πρότυπα:οι συμφωνίες των μεγάλων συνδικάτων και επιχειρήσεων λειτουργούσαν ως κανόνες για το σύνολο της οικονομίας.
Την ίδια εποχή,η ύπαρξη ισχυρών συνδικάτων λειτουργούσε ως παράγοντας συγκράτησης του εισοδήματος,τόσο των διευθυντικών στελεχών όσο και των μετόχων.Τα ανώτερα στελέχη γνώριζαν ότι,αν χορηγούσαν στον εαυτό τους πελώριο μισθό,θα είχαν μπλεξίματα με τους εργαζομένους τους,αντίστοιχα,οι εταιρείες οι οποίες κατέγραφαν πελώρια κέρδη δίχως να δίνουν μισθολογικές αυξήσεις διακινδύνευαν τις εργασιακές τους σχέσεις.
Μέρος της Συνθήκης του Ντητρόιτ ήταν,άτυπα,και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση.Μεσολαβούσε με διάφορους τρόπους για να στηρίζει τη διαπραγματευτική θέση των εργαζομένων και να συγκρατεί την κορυφή απο ό,τι θύμιζε υπερβολή.Η παραγωγικότητα της εργασίας ήταν αισθητά χαμηλότερη τη δεκαετία του '60 απ'ότι είναι σήμερα,αλλά το κατώτατο ημερομίσθιο(αν το αναπροσαρμόσει κανείς για λάβει υπόψη του τον πληθωρισμό) ήταν σαφώς υψηλότερο.Και συχνά σημειωνόταν πολιτική πίεση προς τις μεγάλες επιχειρήσεις και τα κορυφαία στελέχη τους,όταν έδειχναν την τάση να ξεπεράσουν τα εσκαμμένα.


Ο Πώλ Κρούγκμαν καταλήγει στο ότι η ανισότητα οφείλεται σε θεσμικές μεταβολές,όπως η δύναμη των συνδικάτων,και σε κανόνες όπως η άλλοτε ισχυρή,άλλα σήμερα αποδυναμωμένη,αντίληψη ότι το να κερδίζουν οι εργάτες πολύ λιγότερα απο το αφεντικό βλάπτει το ηθικό.

Όπως συμπληρώνει,η χρόνια διάρκεια της σχετικά ίσης διανομής του εισοδήματος μεταπολεμικά στις ΗΠΑ δείχνει ότι οι ανώνυμες δυνάμεις τις αγοράς έχουν πολύ πιο περιορισμένη επιρροή απ'ότι ισχυρίζονται τα στοιχειώδη εγχειρίδια των Οικονομικών.




Αρχέλαος είπε...

Krugman Paul
Μαθήματα οικονομίας από τη δεκαετία του 1950
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 20/11/2012 06:22

ΤΟ ΒΗΜΑ - The New York Times

Πολλοί νοσταλγούν την αθωότητα της δεκαετίας του 1950, η οποία δεν ήταν και τόσο αθώα, αλλά προσφέρει μερικά μαθήματα που ισχύουν στον 21ο αιώνα. Πάνω από όλα, η επιτυχία της μεταπολεμικής αμερικανικής οικονομίας δείχνει ότι, αντίθετα από αυτά που λέει η σημερινή συντηρητική ορθοδοξία, μπορείς να έχεις ευημερία χωρίς να χτυπάς τους εργαζομένους και να χαϊδεύεις τους πλουσίους.

Σκεφθείτε το ζήτημα των φορολογικών συντελεστών για τους πλουσίους. Η σύγχρονη αμερικανική Δεξιά, και μεγάλο μέρος του υποτιθέμενου κέντρου, έχει εμμονή με την ιδέα ότι η χαμηλή φορολογία για την κορυφή είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη.

Και όμως, στη δεκαετία του 1950, το 0,01% των πολύ πλούσιων Αμερικανών πλήρωνε σε ομοσπονδιακούς φόρους περισσότερο από το 70% του εισοδήματός τους, τα διπλά από όσα πληρώνουν σήμερα στην εφορία.

Και οι υψηλοί φόροι δεν ήταν το μόνο βάρος για τους πλούσιους επιχειρηματίες.

Ηταν επίσης αντιμέτωποι με ένα εργατικό δυναμικό με διαπραγματευτική δύναμη που είναι δύσκολο να την φανταστούμε σήμερα.

Το 1955, το ένα τρίτο των Αμερικανών εργατών ήταν μέλη συνδικάτων.

Στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, η διοίκηση και τα συνδικάτα διαπραγματεύονταν σαν ίσοι.

Συμπιεσμένα ανάμεσα σε υψηλή φορολογία και δυναμικούς εργαζομένους, τα στελέχη των επιχειρήσεων ζούσαν με λιγότερα χρήματα σε σχέση με τις προηγούμενες ή τις μελλοντικές γενιές.

Οι επιβλητικές επαύλεις, οι στρατιές των υπηρετών και τα τεράστια γιώτ της δεκαετίας του 1920 δεν υπήρχαν πια. Το 1955 ένα στέλεχος επιχειρήσεων ζούσε σε ένα σπίτι στα προάστια, είχε οικιακή βοήθεια μερικής απασχόλησης και ένα σχετικά μικρό σκάφος.

Σήμερα, φυσικά, οι επαύλεις, οι υπηρέτες και τα γιώτ έχουν επιστρέψει - μεγαλύτερα από ποτέ - και κάθε υπαινιγμός για μια πολιτική που θα μπορούσε να τσαλακώσει τον τρόπο της ζωής των πλουτοκρατών γίνεται δεκτή με κραυγές περί επέλασης του «σοσιαλισμού».

Πράγματι, ολόκληρη η εκστρατεία του Ρόμνεϊ βασίστηκε στην ιδέα ότι η απειλή του προέδρου Ομπάμα να αυξήσει λίγο τους φόρους στα ανώτερα εισοδήματα, και η τόλμη του να υπονοήσει ότι κάποιοι τραπεζίτες δεν είχαν συμπεριφερθεί καλά, έκανε μεγάλη ζημιά στην οικονομία.

Επομένως, το πολύ λιγότερο φιλικό για τους πλουτοκράτες περιβάλλον της δεκαετίας του 1950 θα πρέπει να ήταν μια οικονομική καταστροφή, έτσι δεν είναι;

Το ακριβώς αντίθετο συνέβη: τίποτε πριν ή μετά δεν μπορεί να συγκριθεί με την θεαματική ανάπτυξη εκείνης της εποχής: το μέσο οικογενειακό εισόδημα διπλασιάστηκε ανάμεσα στο 1947 και στο 1973.

Κάτι που μας γυρίζει πίσω στο θέμα της νοσταλγίας.

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι στην πολιτική ζωή μας που νοσταλγούν τις ημέρες όταν οι μειονότητες και οι γυναίκες ήξεραν τη θέση τους, και οι γκέι έμεναν κλεισμένοι στις ντουλάπες.

Αλλά οι υπόλοιποι είμαστε πολύ χαρούμενοι που εκείνες οι ημέρες έχουν περάσει. Είμαστε, από ηθικής απόψεως, ένα πολύ καλύτερο έθνος από ό,τι ήμασταν. Α, και το φαγητό έχει βελτιωθεί πολύ, επίσης.

Στον δρόμο, όμως, έχουμε ξεχάσει κάτι σημαντικό - ότι η οικονομική δικαιοσύνη και η οικονομική ανάπτυξη δεν είναι ασύμβατες. Η Αμερική στη δεκαετία του 1950 υποχρέωνε τους πλουσίους να πληρώνουν το μερίδιο που τους αναλογούσε, και έδινε στους εργαζομένους την δύναμη να διαπραγματεύονται για αξιοπρεπείς μισθούς και επιδόματα. Και όμως, αντίθετα από την δεξιά προπαγάνδα τότε και τώρα, η Αμερική ευημερούσε. Και μπορούμε να το κάνουμε πάλι.

http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=484674

spiral architect είπε...


Οδηγίες αντιμετώπισης απεργών, αντιμνημονιακών, αντικυβερνητικών
(και μόνο πλάκα δεν κάνει)

Ανώνυμος είπε...


Οι εφαρμοζόμενες σ' εμάς νεοφιλελεύθερες πρακτικές, στοχεύουν στην εξάλειψη μας από τον χάρτη, ως λαού ομοιογενούς, συνεπώς ενοχλητικού γιά τους σχεδιασμούς των παγκοσμιοποιητών. Αυτό πραγματοποιείται τώρα και η μείωση του κατώτατου μισθού σ' αυτό αποσκοπεί. Οι ταλαίπωροι μετανάστες από τις χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης θα χρησιμεύσουν γι' αυτόν ακριβώς τον σκοπό. Επειδή οι Έλληνες, θα χάσουν τις ιδιοκτησίες τους λόγω υπερφορολόγησης και επακολουθούσης κατάσχεσης, δεν θα μπορούν να ορίζουν και να υπερασπίζονται την γή τους, η οποία θα ξεπουληθεί έναντι ευτελούς τιμήματος στους εγχώριους και ξένους μεγαλο-επιχειρηματίες. Θα δημιουργηθούν οι ελεύθερες οικονομικές ζώνες στις οποίες θα δουλεύουν οι μετανάστες, μέχρι θανάτου. Αυτά και άλλα πολλά μας ετοιμάζουν οι επονομαζόμενοι δανειστές μας και τα υπηρετούντα αυτούς πολιτικά σαπρόφυτα, μέχρις ότου εξοντωθούμε βιολογικά και υπαρξιακά. Σας διαβεβαιώ δε ότι δεν είμαι συνομωσιολόγος ούτε εθνικιστής ούτε απόφοιτος του Χάρβαρντ, ούτε του London School of Economics. Aπλώς βλέπω να υλοποιείται η καλοσχεδιασμένη επιχείρηση της δήθεν υπερχρέωσης της Ελλάδας, με το δήθεν τεράστιο Δημόσιο και με τους δήθεν πολλούς φοροφυγάδες και αναρωτιέμαι ξέρουμε τι κάνουμε στην πατρίδα μας, ξέρουμε τι θα γίνουν τα παιδιά μας, οι γονείς μας, οι άρρωστοι συμπολίτες μας;